Non Paper της νομικής υπηρεσίας του ΕΔΟΕΑΠ: «Ο οργανισμός βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο»

Κατηγορία: Media
Non paper της νομικής υπηρεσίας του ΕΔΟΕΑΠ προς τη δίοικηση του φορέα…

“Κύριε Πρόεδρε
Ο ΕΔΟΕΑΠ βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.
Μετά από ενδελεχή μελέτη των πέντε αιτήσεων ακύρωσης των αντίδικων εταιρειών ΜΜΕ κατά του Κανονισμού Είσπραξης Εσόδων του ΕΔΟΕΑΠ (απόφαση Φ.20155/25187/Δ16.624/2.5.2018/ΦΕΚ Β΄ 1582/8.05.2018) του Υφυπουργού Εργασίας, και προς ουσιαστική υποβοήθηση των θέσεων του ΕΔΟΕΑΠ ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη τροποποίησης ορισμένων διατάξεων του ν. 4498/2017 και ιδίως της εξουσιοδοτικής διάταξης του νόμου αυτού (άρθρο 24 παρ. 3 ν. 4498/2017), που αποτελεί το νόμιμο έρεισμα έκδοσης του Κανονισμού Είσπραξης Εσόδων.
1. Η τροποποίηση αυτή προτείνεται ως προς τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 4498/2017, η οποία θα πρέπει να αποσαφηνίσει, σε σχέση με την εργοδοτική εισφορά ύψους 2%, την έννοια της αμιγούς δραστηριότητας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ΜΜΕ και Ψυχαγωγίας, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού/διαχωρισμού αυτής από τη λοιπή δραστηριότητα της επιχείρησης. Ο νόμος σε αυτό το σημείο έχει πρόβλημα ερμηνείας ως προς αυτό το καίριας σημασίας ζήτημα. Αφού γίνει αυτό, ο Κανονισμός θα πρέπει αντιστοίχως να τροποποιηθεί ως προς το άρθρο 2(β), γιατί το άρθρο αυτό, ως έχει, είναι αντιφατικό. Ορίζει ότι «η εισφορά επιβάλλεται στον ετήσιο κύκλο εργασιών από αμιγή δραστηριότητα, δηλαδή επί του συνόλου του κύκλου εργασιών, καθώς επίσης επί του κύκλου εργασιών κάθε παρόμοιας δραστηριότητας». Κάτι τέτοιο όμως δεν ορίζεται στο νόμο, ο Κανονισμός προβαίνει σε επιπλέον προσθήκη σε σχέση με τα οριζόμενα στο νόμο και επομένως, αυτή η διατύπωση του Κανονισμού είναι ασαφής και αυθαίρετη. Με τη διατύπωση ως έχει μέχρι σήμερα, δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός από τον υπόχρεο και ο έλεγχος από τον ΕΔΟΕΑΠ του κύκλου εργασιών που προέρχεται από αμιγή δραστηριότητα επιχείρησης ΜΜΕ και Ψυχαγωγίας, διότι στην περίπτωση πολλαπλών ενεργών Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (ΚΑΔ) τα εκδιδόμενα παραστατικά δεν συνδέονται με τον αντίστοιχο ΚΑΔ, ώστε να προκύπτει ποια αντιστοιχούν σε ποια δραστηριότητα.
2. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 4498/2017 θα πρέπει, επιπλέον, να προβλέπει ότι η εργοδοτική εισφορά ύψους 2% επιβάλλεται επί του ετήσιου καθαρού εισοδήματος κάθε επιχείρησης ΜΜΕ και όχι επί του ακαθάριστου εισοδήματος (κύκλου εργασιών) της, διότι κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αντισυνταγματική και υπέρμετρη η επιβολή οποιουδήποτε βάρους επί πλασματικού εισοδήματος (δηλ. και επί των ζημιών και δαπανών μιας επιχείρησης). Πολλώ δε μάλλον, πρέπει η εν λόγω εισφορά να επιβληθεί επί του ετήσιου καθαρού εισοδήματος κάθε επιχείρησης ΜΜΕ, διότι ειδικά για την ΕΡΤ ΑΕ προβλέπεται ακριβώς αυτό από την ίδια διάταξη, κατά πρόδηλη παράβαση της
3. Πέραν της τροποποίησης του νόμου και της εξουσιοδοτικής διάταξής του, που αποτελεί το νόμιμο έρεισμα για την έκδοση του Κανονισμού, παραμένουν τα εξής ζητήματα – στρεβλώσεις, που είναι κρίσιμης σημασίας για την έκβαση της δίκης:
Το ίδιο το Υπουργείο Εργασίας έχει καταθέσει προς το Δικαστήριο, στο έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης, ότι ουδέποτε συντάχθηκε αναλογιστική μελέτη για το νόμο αυτό, ο οποίος επιφέρει μεταβολές στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις των εργοδοτών ΜΜΕ και Ψυχαγωγίας. Ως εκ τούτου, με βάση ποια κριτήρια έγινε η επιλογή των επιχειρήσεων που υποβάλλονται στην εισφορά, με βάση ποια κριτήρια επιλέχθηκε ο συντελεστής ύψους 2%, με βάση ποιο κριτήριο επιβλήθηκε επί των ακαθάριστων εσόδων μιας επιχείρησης;
4. Η εισφορά επιβάλλεται με σχετικά χαμηλό μεν συντελεστή ύψους 2%, σε ακαθάριστα όμως έσοδα, δηλαδή σε πλασματικό ποσό από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί οι δαπάνες (βλ. ανωτέρω σημείωση 2).  Στο επικαιροποιημένο μνημόνιο συνεργασίας που υπέγραψε η χώρα μας το 2013 προβλέπεται η υποχρέωση της χώρας να προβεί σε βαθμιαίο εξορθολογισμό, και εν τέλει κατάργηση, των ανταποδοτικών χρεώσεων με δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο. Οπότε, οι κοινωνικοί πόροι υπερ τρίτων (φορέων κοινωνικής ασφάλισης) πρέπει να καταργηθούν. Ιδίως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η εν λόγω εργοδοτική εισφορά επιβάλλεται επιπλέον της κλασικής ασφαλιστικής εισφοράς που καταβάλει ο εργοδότης με βάση το άρθρο 21 του ν. 4498/2017, γιατί αντικαθιστά κατ’ ουσία το αγγελιόσημο. Ωστόσο, το αγγελιόσημο έπρεπε να καταργηθείσύμφωνα με την ως άνω μνημονιακή υποχρέωση της χώρας και το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι αμφίβολο αν θα αντιταχθεί στην υποχρέωση αυτή και στον οικονομικό εξορθολογισμό της χώρας, ώστε να σώσει το αγγελιόσημο για δεύτερη φορά.
5. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές, τόσο σε εμάς όσο και στο Δικαστήριο, ότι για τις διατάξεις του νόμου 4498/2017 που αφορούν τον ΕΔΟΕΑΠ, και ιδίως την εργοδοτική εισφορά ύψους 2% και την εξουσιοδοτική διάταξη του κανονισμού του ΕΔΟΕΑΠ, κατά πάσα πιθανότητα θα ανακύψουν πολύ σοβαρά προβλήματα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και  ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταπέσει στο Δικαστήριο το οικοδόμημα διάσωσης του ΕΔΟΕΑΠ, μέσω της θέσπισης της εισφοράς 2% στη θέση του αγγελιόσημου. Στην παρούσα φάση και σε χρονικό σημείο τουλάχιστον μέχρι τη δικάσιμο το αργότερο, συνιστάται η υποβολή πρότασης από τον ΕΔΟΕΑΠ προς το Υπουργείο Εργασίας για την τροποποίηση του υπό κρίση νόμου, και εν συνεχεία του Κανονισμού, στο πλαίσιο των προαναφερόμενων (υπό Ι) παρατηρήσεων. Στη συνέχεια, με επικαιροποιημένα πλέον στοιχεία και με καλύτερες πιθανότητες για την έκβαση της συγκεκριμένης δίκης, θα συνταχθούν οι αντίστοιχες παρεμβάσεις προς αντίκρουση των πέντε αιτήσεων ακύρωσης των αντιδίκων. Ενόψει διεργασιών μεταξύ του ΕΔΟΕΑΠ και του Υπουργείου Εργασίας, για την τροποποίηση των επίμαχων διατάξεων που θέτουν μείζονα ζητήματα νομιμότητας, θα ζητήσουμε από το Δικαστήριο αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης, κερδίζοντας χρόνο.
Tέλος, την Πέμπτη περιμένω τηλέφωνο σας για να συναντηθούμε.
Στη διάθεσή σας,
Δημήτρης  Μέλισσας”